Image

Απέναντι στην ύφεση υπάρχει μια συνταγή: ανάπτυξη. Όλοι μιλούν γι’ αυτή. Λίγοι όμως μπαίνουν στον κόπο να μας πουν πώς θα την επιδιώξουμε. Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε με απλά λόγια το στίγμα της ελληνικής οικονομίας. Πού βρισκόμαστε, αλλά και πώς φτάσαμε ως εδώ. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να ανακάμψουμε. Προς τούτο θα εξετάσουμε μια σειρά από παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη, τους λεγόμενους και «συντελεστές ανάπτυξης».

Εργασία και παραγωγικότητα

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας (Eurostat), οι Έλληνες δουλεύουν κατά μέσο όρο τις περισσότερες ώρες σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Το γεγονός αυτό, εκτός από το ότι έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, εξηγεί και σε μεγάλο βαθμό το γιατί οι Έλληνες πολίτες δεν αισθάνονται πως ευθύνονται για τη δημιουργία της κρίσης. Ωστόσο, αν παρατηρήσουμε τους αντίστοιχους δείκτες για την παραγωγικότητα της εργασίας, θα δούμε πως είμαστε στην 18η θέση στην Ευρώπη των 27. Δηλαδή δουλεύουμε πολύ, αλλά μη παραγωγικά.

Για να καταλάβουμε καλύτερα αυτό το στοιχείο, ας προσπαθήσουμε να δώσουμε έναν ορισμό της «παραγωγικότητας»: Ως παραγωγικότητα ορίζουμε την ποσότητα της εργασίας (σε ώρες) που απαιτείται για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης μονάδας προϊόντος ή έργου. Η αύξηση της παραγωγικότητας εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, την τεχνολογική πρόοδο, τις νέες μορφές οργάνωσης και την αποτελεσματική δημόσια διοίκηση. Έτσι, για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, είναι απαραίτητη η αποδοτικότερη χρήση των μέσων και των μεθόδων παραγωγής και όχι η περισσότερη ή η πιο σκληρή εργασία.

Ανταγωνιστικότητα και ανάπτυξη

Το Νοέμβριο του 2011 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΤΙΜΕ ένα μονοσέλιδο άρθρο με το δυσνόητο τίτλο «Ο μύθος της απορρύθμισης». Ο συγγραφέας αναλύοντας επίσημα στοιχεία έφτασε σε ένα εντυπωσιακό όσο και παράδοξο αποτέλεσμα: Τα κράτη με τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης δεν έχουν και τους μεγαλύτερους δείκτες ανταγωνιστικότητας! Για τον υπολογισμό της ανταγωνιστικότητας χρησιμοποιούνται επιμέρους δείκτες, όπως ο αριθμός κανονιστικών διατάξεων για την επιχειρηματικότητα, το ύψος της φορολογίας, ο χρόνος ίδρυσης μιας επιχείρησης κ.ά.

Για παράδειγμα οι χώρες/ζώνες με τους καλύτερους δείκτες βρέθηκαν να είναι η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κογκ, η Νέα Ζηλανδία, οι ΗΠΑ και η Δανία. Και όμως, τη μεγαλύτερη ανάπτυξη είχαν χώρες όπως η Κίνα, η Ινδονησία, η Βραζιλία, η Αργεντινή και η Ρωσία. Συνεπώς, η ροή του κεφαλαίου και οι ξένες επενδύσεις δεν αποθαρρύνονται  από την πολιτική αστάθεια ή την πολυπλοκότητα του επιχειρείν (σε ένα λογικό βαθμό). Προφανώς, στη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα, οι παράγοντες που καθορίζουν την ελκυστικότητα μιας οικονομίας είναι διαφορετικοί.

Οι συντελεστές της ανάπτυξης

Μπορεί στους δείκτες να εμφανίζεται ψηλά, όμως στην πραγματικότητα και οι ΗΠΑ υστερούν σημαντικά σε ανταγωνιστικότητα έναντι χωρών όπως η Κίνα, η Ταιβάν, η  Νότιος Κορέα, και μάλιστα στον τεχνολογικό τομέα, όπου επί δεκαετίες ήταν στην παγκόσμια πρωτοπορία. Το γιατί συμβαίνει αυτό δεν είναι καθόλου προφανές, διότι, ειδικά στα τεχνολογικά προϊόντα, οι μισθοί αποτελούν μικρό κλάσμα του συνολικού κόστους του προϊόντος που περιλαμβάνει τα έξοδα έρευνας, ανάπτυξης, προώθησης, διακίνησης κ.ά.

Πέρα από τους αδιαμφισβήτητα χαμηλούς μισθούς, οι χώρες της Άπω Ανατολής προσφέρουν και μια σειρά από συνοδευτικές υποδομές και υπηρεσίες, για να διευκολύνουν την απρόσκοπτη βιομηχανική παραγωγή. Κατάφεραν, έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, να συγκεντρώσουν το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρονικών συσκευών.

Αυτοί οι συντελεστές ανάπτυξης είναι οι εξής:

α) Σταθερό φορολογικό περιβάλλον,

β) Οργανωμένες βιομηχανικές περιοχές,

γ) Πυκνά δίκτυα προμηθευτών,

δ) Συνδεδεμένες μεταφορές,

ε) Υψηλό βαθμό εξειδίκευσης,

στ) Ικανός αριθμός τεχνικού προσωπικού,

ζ) Υψηλής έντασης εργασία κ.ά.

Τι συνέβη στην Ελλάδα;

Η ελληνική επιχειρηματικότητα βρίσκεται σε σημείο καμπής. Θα έλεγε κανείς ότι μετασχηματίζεται. Ήδη από τη δεκαετία του ’90 πολλές επιχειρήσεις διέγνωσαν τους επερχόμενους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης. Για να επιβιώσουν, μετέφεραν τις παραγωγικές τους εγκαταστάσεις σε χώρες χαμηλού εργατικού και φορολογικού κόστους, κυρίως στα Βαλκάνια. Παράλληλα, εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο το πλεονέκτημα ότι οι χώρες των Βαλκανίων ήταν παρθένες αγορές. Με αυτό τον τρόπο οι ελληνικές επιχειρήσεις εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την περιοχή.

Η χώρα μας όχι μόνο δεν είναι ελκυστική στους ξένους επενδυτές, αλλά υφίσταται και αποεπένδυση.  Ο λόγος δεν μπορεί να είναι μόνο το μισθολογικό κόστος. Η Ελλάδα  δεν έχει κατορθώσει να εφαρμόσει σε επαρκή βαθμό ούτε έναν από τους παραπάνω συντελεστές ανάπτυξης. Ίσως οι οδυνηρές παρεμβάσεις των Μνημονίων για τη μείωση των αποδοχών φέρουν κάποια αποτελέσματα σε τομείς εντάσεως εργασίας, όπως η μεταποίηση και ο τουρισμός, όμως από μόνες τους δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν προϋποθέσεις σταθερής ανάπτυξης σε ένα σύγχρονο και τεχνολογικά προηγμένο κράτος.

Με τη σταδιακή είσοδο των βαλκανικών χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνακόλουθη αύξηση του βιοτικού τους επιπέδου, θα εκλείψουν και οι περισσότεροι παράγοντες που τις κατέστησαν ελκυστικές στις ξένες επενδύσεις. Η υλοποίηση των συντελεστών ανάπτυξης θα προετοιμάσει το έδαφος για την επιστροφή των εταιριών ελληνικών συμφερόντων και θα ενθαρρύνει ακόμη περισσότερες εγχώριες και άμεσες ξένες επενδύσεις.

Σύνοψη

Από τους Έλληνες δε λείπει ούτε η εργατικότητα ούτε η θέληση, αλλά η κατάλληλη οργάνωση και η εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων παραγωγής για αποτελεσματικότερη εργασία. Αυτός είναι ο λόγος που οι συμπατριώτες μας στο εξωτερικό ξεχωρίζουν και μεγαλουργούν. Όμως, ταυτόχρονα, είναι σαφές πως λείπει ένα στρατηγικό πλάνο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Ένα θέμα που, δυστυχώς, απουσιάζει ολοκληρωτικά από το δημόσιο διάλογο.

Η Πατρίδα μας χρειάζεται ένα όραμα. Ας αναλογιστούμε πού θέλουμε να είμαστε σε 10 χρόνια από τώρα. Ένα Έθνος σκιά του ένδοξου παρελθόντος ή ένα παράδειγμα προς μίμηση; Δε χρειάζεται να ανακαλύψουμε εκ νέου τον τροχό. Έχει ξαναγίνει: Η Αργεντινή, λόγου χάρη,  βρέθηκε από την πτώχευση, το 2001,  στις πρώτες θέσεις της παγκόσμιας ανάπτυξης, το 2011. Με σχέδιο, επιμονή και υπομονή μπορούμε να τα καταφέρουμε.

ΠΗΓΕΣ

 Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Καρδίτσας «ΝΕΟΣ ΑΓΩΝ», στις 19.2.2012.

Pin It on Pinterest